Α. Γ. ΚΑΛΛΗΣ: «Δια πυρός και σιδήρου,
σφυρηλατώντας τ’ αστέρια της καρδιάς»
(Στη μνήμη του Χρήστου Αγγέλη)
Ήταν πριν από δύο χρόνια θυμάμαι, Μεγάλη Πέμπτη 2 Μαΐου 2024, δύο μέρες πριν το Πάσχα, κοντά στο μεσημέρι, όταν ήρθε για να με δει στο βιβλιοπωλείο ο κυρ Χρήστος ο Αγγέλης, συνταξιούχος σιδηρουργός, ένας εκ των επιφανών επαγγελματιών τής ατσάλινης μεταπολεμικής γενιάς που οικοδόμησε εκ του μηδενός όλα αυτά που θεωρούνται σήμερα αυτονόητα. Συνοδευόταν από τον γιο του τον Κώστα, αγαπημένο μου φίλο και συμμαθητή από τα γυμνασιακά μας χρόνια.
Διάβηκε την είσοδο του καταστήματος για να με δει, και ουσιαστικά να με αποχαιρετήσει όπως απεδείχθη εκ των γεγονότων που ακολούθησαν, όταν δυστυχώς επιδεινώθηκε μετά από λίγο καιρό η εύθραυστη υγεία του
Είχε σηκωθεί εκείνο το πρωινό ευδιάθετος και δυναμικός, θυμίζοντας τον παλιό εαυτό του, και απευθυνόμενος στον Κώστα τον γιο του, τού είχε πει πως θα ήθελε να τον πάει στην αγορά να δει τον Τέλη το γιο του φίλου του, τού Γιώργου τού Καλλή, τον Τάσο το Μπαρλιά, τον εγγονό τού ανθρώπου που τον είχε βοηθήσει στα νιάτα του να ορθοποδήσει, και τον Τάσο το Φλώκα, φίλο του καρδιακό (όλοι έμποροι δεύτερης και τρίτης γενιάς), για να διαλέξει αρνί ενόψει του Πάσχα για την οικογένειά του που πάντα είχε στο μυαλό του κάθε στιγμή της μέρας όπου κι αν βρισκόταν.
Παρά τη δύσκολη περίοδο που είχε περάσει με την υγεία του, παρέμενε ευθυτενής, αγέρωχος, αρχοντικός με ρούχα πάντα καθαρά και σιδερωμένα στην τρίχα (όπως λέει και ο λαός) και με ένα βλέμμα καλοσύνης, κατανόησης και γαλήνης από εκείνα που χαρακτηρίζει τους τίμιους και δίκαιους ανθρώπους μιας άλλης εποχής, όπου μπορούσαν λόγω της αλέκιαστης πορείας τους να σε κοιτάζουν ευθεία στα μάτια με το διαπεραστικό τους βλέμμα και να σε τιμούν, αν βεβαίως σε εκτιμούσαν, με το ευγενικό και υποστηρικτικό τους λόγο, που ήταν πάντα μετρημένος και ακριβής όπως ο χρόνος στα ελβετικά ρολόγια.
Καθώς λοιπόν έμπαιναν στην είσοδο του καταστήματος, πρώτος ακούστηκε ο Κώστας: «Tέλη, είπε δυνατά, κοίτα ποιόν σου έφερα». «Τέλη παιδί μου, πήρε το λόγο ο κυρ-Χρήστος είπα στο Κώστα να με φέρει να σε δω και να σου ευχηθώ Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα». Τον κοιτούσα με ένα δέος, όπως με δέος αντιμετωπίζω αυτή τη γενιά, που ξεκίνησε εκ του μηδενός μετά τη Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο πόλεμο, δημιουργώντας βήμα – βήμα ίδια με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 μια άλλη Ελλάδα, που το κάθε τι είχε το λόγο και το νόημά του, ως αναπόσπαστο μέρος μιας πραγματικότητας σκληρής, όπως αυτής που βίωσε ο κυρ Χρήστος, παιδάκι ακόμη όταν πρωτοαντίκρισε το φως της ζωής σ’ ένα φτωχικό τότε χωριό της Αργολίδας την Αλέα το 1937.
Γεννήθηκε λοιπόν στην Αλέα Αργολίδος το 1937 σε μια οικογένεια που έδινε μάχη για να επιβιώσει. Ο πατέρας του, ο Κώστας Αγγέλης, εργαζόταν ως υπάλληλος σε ένα καφέ – κρεοπωλείο τού Δημήτρη Τζανού και παράλληλα έσπερνε σιτάρι και φακή στα μικρής έκτασης χωράφια του που είχε, για να θρέψει την εννιαμελή οικογένειά του. Μάνα του η Δήμητρα, μια γυναίκα που στάθηκε βράχος στη ζωή όλων, ιδιαίτερα σ’ εκείνον όταν παιδάκι ακόμη, ένα μεσημέρι έσκασε στα χέρια του καθώς «έπαιζε» με μια ξεχασμένη οβίδα από τον οπλισμό που είχαν παραδώσει οι Ιταλοί μετά την συνθηκολόγηση το 1943 με τους συμμάχους και που μεγάλο μέρος αυτών πέρασε στα χέρια του ΕΛΑΣ, που εξόπλισε πολύ κόσμο σε πόλεις και χωριά. Κάποια βλήματα απ’ αυτά συγκεκριμένου διαμετρήματος για τους ατομικούς όλμους, ήταν δυνατόν χωρίς ειδική κατάρτιση να αποσυναρμολογηθούν και το προωθητικό υλικό που είχαν μέσα σε μορφή «μακαρονιού» (μακαρόνια πυρίτιδας), να χρησιμοποιηθούν για να φτιαχτούν τα «βεγγαλικά» της εποχής, από τους πιτσιρικάδες, που γίνονταν από απροσεξία πρωταγωνιστές ατυχημάτων με ολέθριες συνέπειες για την μετ’ έπειτα ζωή τους.
Παιδάκι λοιπόν εκείνο το μεσημέρι, έσκασε στα χέρια του ένα από αυτά που έγινε η αιτία να χάσει τα τρία του δάχτυλα, παρόλο που η μητέρα του αστραπιαία, αψηφώντας τον όποιο κίνδυνο τον έβαλε πάνω στο άλογό τους και τον πήγε η ίδια στο νοσοκομείο του Άργους. Επί ματαίω όμως. Η απόσταση ήταν μεγάλη και οι συνθήκες συντήρησης των αποκομμένων μελών ακατάλληλες. Πρόκειται για ένα μοιραίο γεγονός που έγινε η αιτία από πολύ νωρίς να αρχίσει ο μεγάλος αγώνας του για τη ζωή, αλλά και η υπέρμετρη αγάπη του για την μητέρα του, που όταν σε μεγάλη ηλικία την έχασε, έπαθε ξαφνική παράλυση των μυών στην μια πλευρά τού προσώπου του (πάρεση προσωπικού νεύρου).
Έφυγε από την Αλέα όταν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο, με σκοπό να πάει στο Άργος να μάθει τέχνη, αν και ήταν καλός μαθητής, γιατί η πολυμελής οικογένειά του (παππούς, γιαγιά, μάνα, πατέρας, πέντε αδέλφια: Χρήστος – Βασίλης – Νίκος – Ηλίας – Παναγιώτα) είχε τεράστιες οικονομικές δυσκολίες, κι εκείνος σαν χαρακτήρας ήθελε πάντα να βοηθά αλλά και να μην επιβαρύνει τους άλλους έχοντας βαθιά αίσθηση καθήκοντος παρά το νεαρόν της ηλικίας του.
Ξεκίνησε να μάθει τσαγκάρης (υποδηματοποιός), αλλά η έλλειψη των τριών δαχτύλων του τον εμπόδισαν να εξελιχθεί. Απογοητευμένος τότε φεύγει από κει και πάει στις Μυκήνες, όπου φύλαγε γαλιά κάτω από δύσκολες συνθήκες, χωρίς να έχει κάποιον δίπλα του να επικοινωνήσει, μιας και εκείνη την εποχή στο χώρο εργασίας του μιλούσαν αρβανίτικα.
Τότε παίρνει τη μεγάλη απόφαση και πηγαίνει στη Νεμέα όπου για καλή του τύχη, συναντά στο δρόμο του έναν πραγματικά άγιο άνθρωπο, τον μπάρμπα – Τάσο τον Μπαρλιά, που τον είχε υπό την προστασία του σα να ήταν παιδί του. Εκεί εργάζεται ως σιδεράς και αρχίζει να αισθάνεται ότι όλα μπαίνουν σε μια σειρά. Δεν θα ξεχάσει ποτέ στην ζωή του τον μπάρμπα – Τάσο, που λάτρευε και αγαπούσε (όπως και τον εγγονό του τον Τάσο) μέχρι το τέλος της ζωής του. Κατόπιν, γίνεται συνέταιρος με τον Ευστάθιο Μπαρλιά έναν εξίσου δυναμικό και ευφυή άνθρωπο, φτιάχνοντας, πόρτες, παράθυρα, κάγκελα, καρότσες φρεζών, έχοντας παράλληλα και την αντιπροσωπεία COLDONI.
Τα δύσκολα πλέον έχουν περάσει και αποφασίζει να ανοίξει το δικό του μαγαζί ως σιδηρουργός, που διατήρησε επί σειρά ετών στην Λ. Παπακωνσταντίνου μέχρι το τέλος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Εκεί είχε το παραδοσιακό καμίνι με κάρβουνα, όπου έφτιαχνε για τους αγρότες υνία (ακίδες ή μαχαίρια αρότρου), σιδερένια παλούκια, πόρτες, κάγκελα, καρότσες και συνέχισε να αντιπροσωπεύει τις φρέζες COLDONI όπως και τα τρακτέρ RENAULT.
Τίποτα δεν τον σταμάταγε ποτέ, ούτε καν το αντικειμενικό πρόβλημα που είχε να κάνει με τα απολεσθέντα δάκτυλα του χεριού του. Ο στόχος, η πίστη, η σκληρή δουλειά και η γνώση ότι δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής στην πατρική εστία στην Αλέα όπου κυριαρχούσε η φτώχια, τον έκανε μαχητή της ζωής από εκείνους που δεν υποτάσσονται στην μοίρα, από εκείνους που άριστα περιγράφει ο Βάρναλης στο ποίημά του «Οδηγητής»: «Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης ο πλαστουργός της νιάς ζωής. Εγώ είμαι τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής».
Σε ηλικία 25 ετών η ζωή τον επιβραβεύει κάνοντάς του το πρώτο μεγάλο δώρο. Μια άξια γυναίκα, όμορφη στη ψυχή και στη μορφή της, την αγρότισσα Γκόλφω Ζορμπαλά, το αστέρι της καρδιάς του, που την ερωτεύτηκε, την αγάπησε και τον αγάπησε απέραντα όσο η θάλασσα, χαρίζοντάς του δύο υπέροχα παιδιά, τον Κώστα και τη Μιμίκα, πραγματικά κοσμήματα, που στάθηκαν δίπλα του μέχρι την τελευταία στιγμή δικαιώνοντας τις θυσίες, τους αγώνες και τις στερήσεις μιας ζωής.
Δεν σήκωσε ποτέ χέρι πάνω στα παιδιά του, ούτε είπε κουβέντες άστοχες και προσβλητικές. Ήθελε πάντα να εξηγεί τις αποφάσεις του γιατί είχε βιώσει τον πόνο, τις δυσκολίες, τη στέρηση, αλλά και την αγάπη έστω κι αν κυριαρχούσε στα παιδικά του χρόνια η φτώχια και η απόγνωση.
Σαν άνθρωπος ήταν ήσυχος, ευγενής, χαμηλών τόνων, σοβαρός, εσωστρεφής, συναισθηματικός, ολιγαρκής για τον εαυτό του και γαλαντόμος για τους άλλους. Θεωρούσε την φιλοξενία ως μέγιστη αρχή εμπνεόμενος από τον παππού του που στα δύσκολα και στα φτωχικά χρόνια στο χωρίο του στην Αλέα, του έλεγε: «Στο σπίτι θα έχεις πάντα ψωμί και κρασί για να κερνάς όποιον διαβεί το κατώφλι του σπιτιού σου».
Τιμούσε τους φίλους του (βλπ. Π. Γαστουνιώτη, Ν. Χρυσικόπουλο, Γ. Μάζο, Τ. Γρίβα, Τ. Φλώκα) δεν ξεχνούσε ποτέ τους ευεργέτες της ζωής του (βλπ. Τ. Μπαρλια), λάτρευε τους συγγενείς, τα αδέλφια του που ήταν εδώ και στο εξωτερικό και πικραινόταν που δεν μπορούσαν να είναι κοντά του. Τα παιδιά του τα χαιρόταν για την πορεία και το καλό τους όνομα στην κοινωνία, μα πάνω απ’ όλα είχε τα εγγόνια του τον Χρήστο και τη Φούλη.
Στην τελευταία περίοδο της ζωής του, καταβεβλημένος από την ασθένειά του, ήλπιζε πως θα ανακάμψει για να παρεβρεθεί στο γάμο της εγγονής του της Φούλης. Ήταν το τελευταίο του όνειρο. Ρώταγε συνέχεια τη κόρη του: «Πόσες μέρες έχουμε ακόμη για τον γάμο Μιμίκα;» Το περίμενε πως και πως. Όμως οι δυνάμεις του μέρα με τη μέρα τον εγκατέλειπαν. Η μετακίνηση ήταν απαγορευτική. Το όνειρο απομακρυνόταν … γινόταν απατηλό σ’ ένα δρόμο άγνωστο και σκοτεινό χωρίς επιστροφή.
Λίγες μέρες πριν το μεγάλο γεγονός, μετά από επίπονη συζήτηση με τον γιατρό του, η Μιμίκα του είπε διστακτικά: «Μπαμπά, θέλω να σου πω κάτι … ξέρεις …». «Ξέρω» της είπε «πρόκειται για το γάμο του παιδιού … κι εγώ δεν θα μπορέσω να είμαι … όμως ένα να ξέρεις … θα πάρεις τη μάνα σου και θα πάτε να χαρείτε, θα είναι σα να είμαι κι εγώ εκεί». «Όχι μπαμπά, εγώ θα μείνω». «Όχι παιδί μου … θα πάτε όλοι μαζί και μένα η σκέψη μου και η καρδιά μου θα είναι εκεί». Έτσι κι έγινε.
Ο γάμος ήταν 14 Ιουλίου του 2024. Εκείνος έφυγε τέσσερις μέρες μετά … στις 18 Ιουλίου του 2024 παγώνοντας το χρόνο τής αναχώρησής του για να μην δημιουργήσει πρόβλημα στην αγαπημένη του Φούλη.
Τις τελευταίες ώρες στο προσκεφάλι του ήταν εναλλάξ η κόρη του η Μιμίκα και η γυναίκα του η κυρά – Γκόλφω. Ανά μισή ώρα του έδιναν νεράκι γουλιά – γουλιά. Κι εκείνος έδινε την τελευταία μάχη της εξόδου του, διακριτικός και γαλήνιος όπως πάντα. Κάποια στιγμή γύρισε, κοίταξε στα μάτια τη γυναίκα του όπως τότε που την είχε πρωτοδεί και την αγάπησε. Όλα περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια του, τα δύσκολα και τα όμορφα μιας ζωής. Ήθελε να της πει ένα τελευταίο ευχαριστώ για όλα, να την κρατήσει σφικτά στην αγκαλιά του για τελευταία φορά … Κούνησε ανεπαίσθητα το δεξιό του χέρι, με όση δύναμη είχε, σα να χαιρετούσε και έγειρε το κεφαλάκι του αργά στο μαξιλάρι … Βλέπεις είχαν έρθει ήδη οι Αγγέλοι … για να τον πάρουν. Ήταν νύχτα 1 και 20 … 18 Ιουλίου του 2024. Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε … Σε λίγες ώρες ένας Άγγελός θα γύριζε πίσω στο σπίτι του για πάντα εκπληρώνοντας την αποστολή του, ως φως εκ του φωτός … σε μια τροχιά ανόδου … Εκεί όπου η αρχή γίνεται τέλος και το τέλος αρχή … νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων … Έτσι όπως ταιριάζει στους Δίκαιους ανθρώπους … Έτσι όπως ταιριάζει στα φωτεινά αστέρια ενός σύμπαντος χωρίς αρχή, μέση και τέλος …
Καλό ταξίδι κύριε Χρήστο
Δεν υπάρχουν σχόλια